μπανάνες

Grécia e Chipre GregoEditar

Forma de substantivoEditar

μπα.νά.νες (banánes) feminino plural

  1. nominativo plural de μπανάνα:
    Οι ντομάτες, οι μπανάνες και τα μήλα ωριμάζουν ταχύτερα με την παρουσία αιθενίου. (Tomates, bananas e maçãs amadurecem mais depressa na presença de etileno.)
  2. acusativo plural de μπανάνα;
  3. vocativo plural de μπανάνα.

PronúnciaEditar