ελέφαντας

Wikipédia
A Wikipédia em grego possui o
artigo ελέφαντας
Ελέφαντας ("elefante")

Grécia e Chipre GregoEditar

SubstantivoEditar

ε.λέ.φαν.τας (eléfantas), masculino

  1. (Zoologia) elefante, mamífero da família Elephantidae:
    • Η προβοσκίδα του ελέφαντα έχει περίπου εξήντα χιλιάδες μυς. (A tromba do elefante possui cerca de sessenta mil músculos.)

DeclinaçãoEditar

SinônimoEditar

  • ελέφας

Verbetes derivadosEditar

  • ελεφαντάκι
  • ελεφάντειος
  • ελεφαντένιος
  • ελεφάντινος
  • ελεφαντίαση
  • ελεφαντίνα
  • ελεφαντόδοντο
  • ελεφαντοστό
  • ελεφαντοκόκαλο
  • ελεφαντουργία
  • χρυσελεφάντινος

EtimologiaEditar

Do grego antigo ἐλέφας (eléphas).

PronúnciaEditar

Ver tambémEditar

ReferênciasEditar