μέλισσα

Μέλισσα1

Grécia e Chipre GregoEditar

SubstantivoEditar

μέ.λισ.σα (mélissa), feminino

  1. (Zoologia) abelha, inseto himenóptero da superfamília Apoidea
  2. (Botânica) melissa, gênero botânico da família Lamiaceae

DeclinaçãoEditar

SinônimosEditar

  • De 2: μελισσοβότανο

Verbetes derivadosEditar

  • μελισσοβότανο
  • μελισσόκηπος
  • μελισσοκομείο
  • μελισσοκομία
  • μελισσοκομικός
  • μελισσοκόμος
  • μελισσοκόφινο
  • μελισσοτροφείο
  • μελισσοτροφία
  • μελισσοτροφικός
  • μελισσοτρόφος
  • μελισσουργείο
  • μελισσουργία
  • μελισσουργικός
  • μελισσουργός
  • μελισσοφάγος
  • μελισσόχορτο

EtimologiaEditar

Do grego antigo μέλισσα (mélissa).

PronúnciaEditar

Ver tambémEditar

No WikcionárioEditar

  • Μελισσάνθη
  • μελίσσι
  • μελισσολόι
  • μελισσόπουλο
  • μελισσούλα
  • μελισσώνας

ReferênciasEditar


Grego AntigoEditar

SubstantivoEditar

μέ.λισ.σα (mélissa), feminino

  1. (Zoologia) abelha, inseto himenóptero da superfamília Apoidea:
    • ...ὅσα μὴ δύναται τῶν ψόφων ἀκούειν οἷον μέλιττα κἂν εἴ τι τοιοῦτον ἄλλο γένος ζῴων ἔστι... (Aristóteles, "Μετά τα φυσικά")

DeclinaçãoEditar

Formas alternativasEditar

  • μέλιττα

EtimologiaEditar

Derivado de μέλι (méli) (el), "mel".